Το Ελληνικό που μας στοιχειώνει

Του Τάση Παπαϊωάννου,
Αρχιτέκτονα – καθηγητή Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Η ανεκδιήγητη πρόταση για το καζίνο στο Ελληνικό που είδε το φως της δημοσιότητας το προηγούμενο διάστημα, επανέφερε στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο συζητάμε για την αρχιτεκτονική (και όχι μόνο) στη χώρα μας. Οι κριτικές εστιάστηκαν κυρίως στη μορφή του κτιρίου και στη χοντροκομμένη επίκληση των Καρυάτιδων της Ακρόπολης με τους δύο άγαρμπους ουρανοξύστες που σχεδιάστηκαν από τον Αμερικανό αρχιτέκτονα της μελέτης.
Θα μπορούσε το θέμα να ήταν απλό και να τελείωνε εκεί, αν επρόκειτο απλώς για μια άστοχη αρχιτεκτονική μελέτη, για ένα ακόμη kitsch κτίριο απ’ αυτά που ξεφυτρώνουν σε διάφορα μέρη του κόσμου και κυρίως στην πολύπαθη αραβική χερσόνησο. Δυστυχώς όμως όλη αυτή η επικοινωνιακή μεθόδευση που για άλλη μία φορά στήθηκε από τα συστημικά ΜΜΕ, στόχευε σε κάτι που βρισκόταν από κάτω και είχε απλώς ως επικάλυψη την κακή εμπορική αρχιτεκτονική.
Τα προηγούμενα χρόνια το Ελληνικό αποτέλεσε, ως γνωστόν, από την πλευρά τής τότε αντιπολίτευσης της Ν.Δ. την αιχμή του δόρατος της κριτικής της σχετικά με τις υποτιθέμενες καθυστερήσεις του μεγαλεπήβολου έργου. Ενός έργου-επένδυση, όπως διατείνονταν,
το οποίο θα έλυνε ως διά μαγείας μια σειρά από προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Στην πορεία βέβαια απεδείχθη ότι ο λεγόμενος «εθνικός επενδυτής» δεν διέθετε τα κεφάλαια όχι για να αρχίσει την υλοποίηση του φαραωνικού σχεδίου, αλλά ούτε καν για να πληρωθεί το αντίτιμο της αγοράς της έκτασης.
Η αφόρητη πίεση ασκούνταν στο παρασκήνιο με έναν και μόνο στόχο: να αυξηθούν ακόμη περισσότερο τα χιλιάδες τετραγωνικά που θα επιτρεπόταν να χτιστούν στην περιοχή, να υπάρξει νομοθετική κατοχύρωση του τεράστιου ύψους που θα είχαν οι προτεινόμενοι ουρανοξύστες -ως νέα σύμβολα-τοπόσημα-, αλλά και η δυνατότητα να δημιουργηθεί στην περιοχή (μετά και τις τελευταίες ρυθμίσεις που ετοιμάζονται να περάσουν από τη Βουλή) μια ιδιωτική πόλη στο πρότυπο των gated communities που υπάρχουν σε διάφορες χώρες του εξωτερικού. Δηλαδή, ιδιωτικά και απροσπέλαστα να μην είναι μόνον τα κτίρια, αλλά και οι δημόσιοι χώροι (οι δρόμοι, οι πλατείες, τα πάρκα), την ευθύνη και τη διαχείριση των οποίων δεν θα έχει το Δημόσιο ή οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά ο επενδυτής!
Τι κι αν υπήρξαν αντιδράσεις και προσφυγές στο ΣτΕ από κινήσεις πολιτών και κατοίκων των όμορων δήμων, με σκοπό την ακύρωση του καταστρεπτικού σχεδίου «οικοπεδοποίησης» του πρώην αεροδρομίου, όλες οι θεσμικές δυνάμεις του τόπου συνέκλιναν
στο χτίσιμο και αυτού του ελεύθερου χώρου της παχύσαρκης πρωτεύουσας, από τους τελευταίους που παραμένουν ακόμη αδόμητοι στην κορεσμένη και αποπνικτική μας μεγαλούπολη.
Δυστυχώς και η προηγούμενη κυβέρνηση δεν αντιστάθηκε
(το επεδίωκε άραγε;) στην προοπτική ενός τόσο μεγάλου και εμβληματικού «αναπτυξιακού» έργου για την Ελλάδα της κρίσης.
Κι αυτή συντάχτηκε με τις επιταγές του επενδυτή και τις μνημονιακές εντολές, προσπαθώντας απλώς να ρυθμίσει σε έναν βαθμό
την ανεξέλεγκτη δόμηση με τον περιορισμό των βουλιμικών του απαιτήσεων ή να προστατεύσει τις αρχαιότητες και τις περιοχές πρασίνου που είχαν την «ατυχία» να βρίσκονται στην περιοχή.
Γιατί είναι ακριβώς η κρίση και η επίκληση πάντοτε ενός σημαντικού εθνικού στόχου, ενός «οράματος» που ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για την καταστροφή που έντεχνα και πονηρά αποκαλείται «ανάπτυξη, εκσυγχρονισμός και πρόοδος». Αρκετές φορές στην ιστορία της χώρας μας καταστροφικές επιλογές έγιναν στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος». Ας θυμηθούμε το όχι και τόσο μακρινό 2004 των Ολυμπιακών Αγώνων και το πώς αντιμετωπίζονταν τότε όσοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου εκφράζοντας τις ενστάσεις τους για την ανάληψή τους από τη χώρα μας: κάτι σαν εθνικοί μειοδότες.
Σήμερα τη συνέχεια της ιστορίας τη γνωρίζουμε όλοι. Ακόμη πληρώνουμε, και θα συνεχίσουμε για πολλά χρόνια ακόμη, τη δήθεν ισχυρή οικονομία μας, αλλά και τα φαραωνικά έργα που σκουριάζουν εγκαταλελειμμένα στις διάφορες γωνιές της Αθήνας.
Ολα γίνονταν για το δημόσιο συμφέρον, ήταν η μόνιμη επωδός
που συνόδευε την καλοστημένη προπαγάνδα, η οποία είχε στόχο
να ποδηγετήσει την κοινή γνώμη, αλλά και να συκοφαντήσει
τις αντίθετες φωνές προκειμένου να κάμψει τις όποιες αντιστάσεις.
Η πρόσφατη ιστορία του χτισμένου περιβάλλοντος στον τόπο μας
και κυρίως στην Αθήνα πιστοποιεί ξεκάθαρα τον τρόπο με τον οποίο χτίστηκαν στο παρελθόν οι γειτονιές της, ακολουθώντας όχι εγκεκριμένα χωροταξικά ή πολεοδομικά σχέδια, αλλά τουναντίον «νομιμοποιώντας» και «τακτοποιώντας» διαχρονικά αυθαίρετες ιδιωτικές πολεοδομήσεις. Μέχρι που δεν έμεινε σπιθαμή άχτιστης γης για να ανασάνουμε.
Αυτό όμως που πρέπει σοβαρά να μας προβληματίζει είναι το γεγονός ότι κάποιοι θεωρούν ακόμη τη χώρα μας ξέφραγο αμπέλι, ένα ανίσχυρο προτεκτοράτο του παρελθόντος, όπου οι εντολές δίνονται έξωθεν και άνωθεν κι εμείς όλοι εδώ, ως άλλοι υπηρέτες, οφείλουμε να τις εκτελέσουμε αδιαμαρτύρητα. Η συζήτηση για το είδος ή την αρχιτεκτονική μορφή των κτιρίων που προτείνονται στο Ελληνικό
(ή στον Βοτανικό αργότερα;) έρχεται να επικυρώσει προειλημμένες αποφάσεις σε πολεοδομικό επίπεδο οι οποίες προδιαγράφουν και
τις σοβαρότατες κοινωνικές και οικολογικές επιπτώσεις σε ολόκληρο το Λεκανοπέδιο που θα υπάρξουν, ανεξάρτητα φυσικά από τις όποιες μορφές των κτιρίων.
Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων αντιπροτείνει τη σωστή διαδικασία της διενέργειας διεθνών διαγωνισμών για τα σημαντικά αρχιτεκτονήματα, όπως συμβαίνει σε όλες τις δημοκρατικές και ευνομούμενες χώρες παγκοσμίως. Μήπως όμως, πριν απ’ αυτούς, πρέπει να αναλογιστούμε αν θέλουμε να υπάρξουν τα κτίρια αυτά στις προτεινόμενες (από τους επιχειρηματικούς ομίλους και τους όποιους κυβερνητικούς σχεδιασμούς) θέσεις, αν τα χρειάζεται πραγματικά
η ελληνική κοινωνία, αν ενδεχομένως άλλες τελικά θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητές μας για την Αθήνα του μέλλοντος.
Μήπως πρέπει να ονειρευτούμε ξανά την πόλη μας;