Αναποτελεσματική η διαχείριση των υδάτινων πόρων στη χώρα μας

Συμπεράσματα σχετικής μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)
Την αναποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων, με το υδατικό αποτύπωμα κατανάλωσης της χώρας να είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο, αναδεικνύει μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο: “Διαχείριση των Υδάτινων Πόρων στην Ελλάδα”.
Σύμφωνα με τη μελέτη, παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα η διαθεσιμότητα των υδάτινων πόρων ανά μόνιμο κάτοικο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χαμηλή, η προσφορά των υδάτινων πόρων έρχεται αντιμέτωπη με αρκετές προκλήσεις λόγω των ιδιαίτερων γεωγραφικών, κλιματικών, δημογραφικών και κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών της χώρας. Έτσι, σε αρκετές περιοχές της χώρας (Θεσσαλία, Αττική, νησιά Αιγαίου κ.ά.) η προσφορά αδυνατεί να καλύψει επαρκώς τη ζήτηση, ιδιαίτερα κατά την θερινή περίοδο.
Ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα, είναι μακράν ο μεγαλύτερος καταναλωτής υδατικών πόρων, απορροφώντας το 86% της συνολικής κατανάλωσης. Με την παρούσα παραγωγική και τεχνολογική δομή του, παρουσιάζει χαμηλή προστιθέμενη αξία ανά κυβικό μέτρο κατανάλωσης νερού και εμφανίζει σημαντικά περιθώρια εξοικονόμησης υδάτινων πόρων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ-27, η Ελλάδα έχει τη δεύτερη χειρότερη θέση τόσο στην κατά κεφαλήν κατανάλωση, όσο στην προστιθέμενη αξία ανά m3 κατανάλωσης νερού στον αγροτικό τομέα.
Ο τύπος της καλλιέργειας σε συνδυασμό με τα είδη των εδαφών τα οποία καλλιεργούνται, όπως και η υπάρχουσα τιμολογιακή πολιτική είναι παράγοντες που αυξάνουν την κατανάλωση υδάτων προς άρδευση. Επιπλέον, ένας μεγάλος όγκος υδάτων “χάνεται” από τη λανθασμένη επιλογή του τρόπου άρδευσης, καθώς τουλάχιστον το 60-70% του νερού που διατίθεται προς άρδευση δεν φθάνει ποτέ στον τελικό αποδέκτη. Ταυτόχρονα, η προμήθεια μέσω των Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) τιμολογείται ανά στρέμμα και όχι με βάση το επίπεδο κατανάλωσης, εξαλείφοντας έτσι το σημαντικότερο οικονομικό κίνητρο εξοικονόμησης.
Σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ ο αστικός τομέας ευθύνεται για την κατανάλωση του 11% των εγχώριων διαθέσιμων υδατικών πόρων. Το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης καλύπτει το 94% του πληθυσμού της Ελλάδας, με απώλειες εξαιτίας του πεπαλαιωμένου δικτύου που κυμαίνονται από 10% έως 40%. Στο υδατικό διαμέρισμα της Αττικής, το οποίο συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, το ετήσιο υδατικό ισοζύγιο είναι ελλειμματικό, παρά το γεγονός ότι σημαντικοί όγκοι νερού εκτρέπονται προς αυτό από άλλα υδατικά διαμερίσματα.
Η βιομηχανία και η ηλεκτροπαραγωγή δεν αποτελούν σημαντικούς καταναλωτές υδάτινων πόρων. Στην Ελλάδα, η βιομηχανική χρήση καλύπτει το 1,7% της συνολικής κατανάλωσης, αλλά στοιχεία δημοσιεύονται μόνο για την εξόρυξη και την ψύξη μηχανημάτων στην ηλεκτροπαραγωγή. Το 60% της καταγεγραμμένης κατανάλωσης νερού στη βιομηχανία αφορά στην ψύξη μηχανημάτων παραγωγής ενέργειας, το οποίο κατόπιν εναποτίθεται στο περιβάλλον.
Η διαχείριση των υδάτινων πόρων συνδέεται στενά – και με ποικίλους τρόπους – με την παραγωγή ενέργειας. Σημαντικό μέρος των υδάτινων αποθεμάτων βρίσκεται σε ταμιευτήρες, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε υδροηλεκτρικούς σταθμούς και ως εκ τούτου τελούν υπό τη διαχείριση της ΔΕΗ.
Προτάσεις
Η μελέτη του ΙΟΒΕ ολοκληρώνεται με την υποβολή ενδεικτικών προτάσεων για την αποτελεσματικότερη θέσπιση δράσης στον τομέα της διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Συγκεκριμένα, προτείνονται:
1. Επίσπευση της υλοποίησης των προβλεπόμενων στην Οδηγία 2000/60 δράσεων με ουσιαστικότερη υιοθέτηση της αρχής της ολοκληρωμένης διαχείρισης των νερών σε επίπεδο λεκάνης απορροής.
2. Ιεράρχηση των λύσεων στον αγροτικό τομέα με βάση το καθαρό κοινωνικό κόστος. Αυτό εκτιμάται ότι φέρνει ως προτεραιότητα μέτρα διαχείρισης της ζήτησης, όπως, ενδεικτικά:
– Τιμολόγηση του νερού με βάση τον όγκο της κατανάλωσης.
– Καταμέτρηση όλων των χρήσεων, συμπεριλαμβανόμενων και των ιδιωτικών γεωτρήσεων.
– Έλεγχος της τήρησης των όρων της άδειας χρήσης.
– Διασύνδεση των αγροτικών επιδοτήσεων με την εφαρμογή πρακτικών φιλικών προς το φυσικό περιβάλλον.
– Ενημέρωση των αγροτών σχετικά με εναλλακτικές μορφές άρδευσης και τις καλλιέργειες με ηπιότερη χρήση νερού.
3. Απλοποίηση του καθεστώτος αδειοδότησης δεξαμενών συλλογής όμβριων υδάτων.
4. Εύλογη είναι η εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής (μελέτες σκοπιμότητας, μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κ.λπ.) νέων τεχνικών λύσεων στον οικιακό τομέα όπως:
– Διαχωρισμός δικτύου πόσιμου νερού και δημιουργία δικτύου υδάτων δευτερεύουσας χρήσης.
– Συλλογή βρόχινων υδάτων και χρήση τους για άρδευση οικιακών κήπων και άλλες εργασίες με χαμηλές ποιοτικές απαιτήσεις.
5. Εφαρμογή νέων λύσεων εναλλακτικής διαχείρισης υδατικών πόρων, ειδικά στις νησιωτικές και τουριστικές περιοχές (αφαλάτωση, ανακύκλωση, συλλογή υδάτων καταιγίδων, κ.λπ.).
6. Αυστηρότερη εφαρμογή της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει” σε βιομηχανικές και αγροτικές εγκαταστάσεις, έτσι ώστε η πρόκληση ρύπανσης να γίνει κακή επιχειρηματική επιλογή και η καθαρή παραγωγή να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα.
7. Εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων χρήσης υδάτων σε ελλειμματικές λεκάνες απορροής με έντονη αγροτική χρήση.
8. Απαραίτητη είναι η καλλιέργεια περιβαλλοντικής συνείδησης, που επιτυγχάνεται μέσω της ευαισθητοποίησης και της διαρκούς περιβαλλοντικής ενημέρωσης.