2. Υδραυλικές εγκαταστάσεις

2.1. Γενικά
Ένα από τα βασικότερα αιτήματα, αν όχι το βασικότερο, ενός κτιρίου, είναι η άρτια συγκρότηση της υδραυλικής του εγκατάστασης.
Με τον παραπάνω όρο, εννοούμε τη σωστή εγκατάσταση και απρόσκοπτη λειτουργία στο σύνολο των συσκευών, μηχανημάτων και σωληνωτών δικτύων, που σκοπό έχουν:
α) Την τροφοδότηση με πόσιμο νερό των αναγκαίων σημείων του κτιρίου.
β) Την απομάκρυνση από το κτίριο κάθε ακάθαρτου νερού (λύμα) που θα προκύψει κατά τη χρήση του πόσιμου νερού, είτε προσωρινά σε βόθρο, είτε οριστικά σε εξωτερικό αποχετευτικό δίκτυο (υπόνομο).
γ) Την απομάκρυνση των νερών της βροχής από τις στέγες και τις ταράτσες του κτιρίου και τη διοχέτευσή τους στο ανάλογο αποχετευτικό δίκτυο.
Η υδραυλική εγκατάσταση του κτιρίου μπορεί να παρομοιασθεί με το κυκλοφοριακό σύστημα των ανθρώπου, που -ως γνωστόν- αν δεν λειτουργεί καλά, τότε τα προβλήματα είναι μεγάλα και δύσκολα. Η σωστή μελέτη και πρόβλεψη σε συνδυασμό με την κατάλληλη επιλογή των υλικών και την άρτια εγκατάσταση, αποτελούν το σπουδαιότερο παράγοντα υγιεινής και μακρόχρονης λειτουργίας της εγκατάστασης χωρίς προβλήματα.
Για το λόγο αυτό η πολιτεία, δίνοντας έμφαση στη σπουδαιότητα της υδραυλικής εγκατάστασης, σαν οργανικό στοιχείο του κτιρίου, θέσπισε ορισμένους νόμους που σαν κρατικοί κανονισμοί υποχρεώνουν μηχανικούς και εγκαταστάτες να μελετούν και να εκτελούν την υδραυλική εγκατάσταση όσο γίνεται πιο τέλεια.
Στο παρόν κεφάλαιο, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ορισμένες συμβουλές γύρω από την κατάλληλη επιλογή των υλικών, τους τρόπους άρτιας εγκατάστασης και, τέλος, τους κανόνες σωστής συντήρησης.

2.2. Εγκαταστάσεις παροχής πόσιμου νερού
Το πόσιμο νερό παροχετεύεται στα κτίρια με σκοπό να εξυπηρετήσει τα άτομα που διαμένουν σε αυτά για πόση, καθαρισμό, πότισμα ή ακόμα για επαγγελματική χρήση.
Τα σημεία λήψης του πόσιμου νερού, φυσικά ή τεχνικά παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για την ποιότητα και την καταλληλότητα του νερού αλλά και για τα προτεινόμενα υλικά και μέσα σωστής εγκατάστασης. Το νερό, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται σε αδιάκοπη κυκλοφορία στη φύση. Με την ηλιακή θερμότητα εξατμίζεται από την επιφάνεια της θάλασσας, τους ποταμούς, τις λίμνες, ακόμη και από τεχνητές συγκεντρώσεις νερού, όπως είναι τα φράγματα, και τέλος από τη χλωρίδα. Έτσι εμπλουτίζεται ο αέρας με υδρατμούς.
Ο τρόπος της συμπύκνωσης του κορεσμένου πλέον με υγρασία αέρα, οδηγεί στο σχηματισμό της βροχής, ή του χιονιού, ή της χαλάζης. Από τα συμπυκνώματα αυτά πάλι ένα μέρος ξαναεξατμίζεται, άλλο παραλαμβάνεται από τη χλωρίδα, άλλο διαρρέει επιφανειακά και άλλο υπόγεια.
Καθώς όμως το νερό εξατμίζεται και μετά επιστρέφει στη γη, είτε σαν βροχή, είτε σαν χιόνι, είτε σαν χαλάζι, απορροφά από την ατμόσφαιρα μόρια σκόνης και διάφορα αέρια (οξυγόνο, διοξείδιο του άνθρακα κ.ά.), στη δε επιφάνεια του εδάφους εμπλουτίζεται με ανόργανα και οργανικά συστατικά καθώς και με βακτηρίδια.
Το επιφανειακό νερό διατηρεί και αυξάνει τις ποσότητες αυτές, ενώ το υπόγειο χάνει ένα μεγάλο μέρος τους, γιατί διηθείται και φιλτράρεται καθώς περνά μέσα από τα διάφορα στρώματα του εδάφους.
Τα πρόσθετα αυτά συστατικά του επιφανειακού νερού μπορεί να εξαλειφθούν με συστηματική επεξεργασία (καθίζηση, διύλιση, χημική επεξεργασία), ώστε να γίνει κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο σαν πόσιμο νερό (σχ. 6).
Πόσιμο χαρακτηρίζεται το νερό που είναι αβλαβές για την υγεία, ευχάριστο στη γεύση, διαυγές, άχρωμο, άοσμο και απαλλαγμένο από νοσογόνα μικρόβια ή αποσυντεθημένες οργανικές ύλες. Η θερμοκρασία του πρέπει να κυμαίνεται γύρω στους 10°C έως 15°C.
Μία άλλη ιδιότητα που πρέπει επίσης να επισημανθεί είναι η σκληρότητα του νερού. Το νερό καθώς ρέει, επιφανειακά ή μέσα στο έδαφος εμπλουτίζεται με ανόργανες ουσίες του στερεού φλοιού της Γης. Η πρόσληψη αυτών των υλών επιτυγχάνεται με τη διαλυτική ικανότητα του νερού και με την επίδραση των διαφόρων αλάτων πάνω στα άλλα άλατα.

Κατεργασία βρόχινου νερού σε στέρνα

Η διαλυμένη ποσότητα ασβεστίου και μαγνησίου μαζί αποτελούν τη συνολική σκληρότητα του νερού. Η σκληρότητα, που οφείλεται σε διαλυμένα όξινα ανθρακικά άλατα, κυρίως του ασβεστίου και του μαγνησίου χαρακτηρίζεται σαν παροδική, γιατί φεύγει με το βράσιμο του νερού.
Η σκληρότητα όμως που οφείλεται σε θειικά και χλωριούχα άλατα του ασβεστίου και μαγνησίου χαρακτηρίζεται σαν μόνιμος γιατί δεν φεύγει με το βράσιμο του νερού. Μετά την κατεργασία του, το νερό εντελώς καθαρό, εναποθηκεύεται σε ειδικές δεξαμενές απ’ όπου αντλείται ή διοχετεύεται με φυσική ροή, μέσω δικτύων, προς τα σημεία κατανάλωσης.

Σχ. 7. Επίγεια δεξαμενή

Οι δεξαμενές αποθήκευσης του νερού μπορεί να είναι:
– Υπόγειες.
– Ημιυπόγειες.
– Επίγειες (σχ. 7).
– Υπέργειες.
– Υδατόπυργοι (σχ. 8).
Κατασκευάζονται από οπλισμένο σκυρόδεμα κι έχουν σχήμα κυλινδρικό ή ορθογωνικό.

Σχ. 8. Υδατόπυργοι

Οι υδατόπυργοι εξάλλου χρησιμοποιούνται για ενδιάμεσες δεξαμενές σε πόλεις που βρίσκονται σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν φυσικά υψώματα για να τοποθετηθεί άλλου είδους δεξαμενή. Έτσι εξασφαλίζεται το απαιτούμενο πιεζομετρικό ύψος για τη διανομή του νερού.

2.3. Εξωτερικά δίκτυα διανομής
Κατά κανόνα στις πυκνοκατοικημένες περιοχές (πόλεις – χωριά), η υδροληψία ξεκινά από δημοτικές ή κοινοτικές δεξαμενές.
Το έργο της διανομής περιλαμβάνει εκτός από τις σωληνώσεις του καθ’ αυτό δικτύου και αριθμό δικλείδων, κοινόχρηστες παροχετεύσεις, παροχές για πυροσβεστικές ανάγκες, υδρόμετρα καθώς και βοηθητικά κομμάτια για τις παροχετεύσεις στις οικοδομές.
Το νερό λοιπόν από τις δεξαμενές συλλογής καταθλίβεται με αντλίες προς τα τελικά σημεία κατανάλωσης. Διατηρούνται ενίοτε και αντισταθμιστικοί πύργοι για έκτακτες περιπτώσεις παροχών (σχ. 9). Καταβάλλεται προσπάθεια ώστε η δεξαμενή συλλογής να βρίσκεται στο κέντρο βάρους της περιοχής για ισόμετρη διασπορά του δικτύου διανομής γύρω απ’ αυτήν.
Το δίκτυο διανομής διακλαδίζεται κατάλληλα στις κατοικημένες περιοχές με προσβάσεις πάντα τους διάφορους δρόμους.

Σχ. 9. Αντισταθμιστικοί πύγοι

Η πίεση του νερού, στο δίκτυο διανομής, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 6 ατμόσφαιρες. Μεγαλύτερη πίεση προκαλεί άσκοπη καταπόνηση και φθορά του δικτύου.
Το εξωτερικό δίκτυο ύδρευσης (διανομής) κατασκευάζεται συνήθως είτε από χαλυβδοσωλήνες, είτε από χυτοσιδηρούς σωλήνες ή, τέλος, από πλαστικούς σωλήνες και είναι πάντα υπόγειο.
Οι σωλήνες τοποθετούνται όπως είπαμε κατά μήκος των δρόμων κάτω από το πεζοδρόμιο και σε βάθος 80 – 150 cm για την προφύλαξή τους από την κυκλοφορία των βαριών οχημάτων και από τις καιρικές συνθήκες.
Τα εξωτερικά δίκτυα ύδρευσης εφοδιάζονται ανά 500 – 800 m με δικλείδες γενικής διακοπής της ροής, προκειμένου να αντιμετωπισθεί απρόοπτη ή προγραμματισμένη διακοπή της ροής ή για επέκταση του δικτύου ή για αντιμετώπιση αιφνίδιας διακοπής του, λόγω βλάβης.
Σημειώνεται ότι το νερό στο δίκτυο ύδρευσης βρίσκεται πάντα υπό πίεση συνήθως 4-6 atm για να μπορεί να φθάνει μόνο του, δίχως άλλη παρεμβολή μέχρι το ακραίο σημείο της κατανάλωσής του.

2.4. Λήψη από το δίκτυο της πόλης
Το εξωτερικό δίκτυο διανομής φέρει κατά αποστάσεις, ανάλογα με την πυκνότητα των κτιρίων, διακλαδώσεις από τις οποίες τροφοδοτούνται τα κτίρια.
Όπου δεν υπάρχει διακλάδωση, στο αντίστοιχο σημείο του κεντρικού σωλήνα, που περνά μπροστά από ένα κτίριο, παρεμβάλλεται μία προκατασκευασμένη διακλάδωση που ενσωματώνεται στο δίκτυο. Αμέσως μετά την κεντρική διακλάδωση τοποθετείται βάννα συρταρωτή και στη συνέχεια ένας συλλέκτης – κατανεμητής με πολλές δευτερεύουσες διακλαδώσεις, η καθεμιά από τις οποίες αντιστοιχεί στον κάθε ανεξάρτητο καταναλωτή του κτιρίου (σχ. 10).
Σε κάθε διακλάδωση του κατανεμητή τοποθετείται σφαιρισκός κρουνός (ball valve) και στη συνέχεια ακολουθεί η τοποθέτηση του μετρητή.

Σχ. 10. Σχηματική διάταξη διακλάδωσης εξωτερικού δικτύου διανομής για πολυκατοικία

2.5. Λοιπά σημεία λήψης
Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται εξωτερικό δίκτυο διανομής ή, αν υπάρχει, με περιοδική λειτουργία, τότε τοποθετείται στο υψηλότερο σημείο του κτιρίου δεξαμενή, από την οποία και γίνεται η λήψη του απαιτούμενου νερού για το κτίριο.
Η πλήρωση της δεξαμενής με νερό, γίνεται είτε με τη βοήθεια μιας αντλίας που το αντλεί από κάποια πηγή, είτε από το δίκτυο της πόλης όταν παρέχει νερό, ή από υπάρχον φρέαρ (πηγάδι). Συνηθέστερα, και για λόγους υγιεινής, η δεξαμενή αποθήκευσης του νερού, τοποθετείται χαμηλά, χρησιμοποιείται δε διάταξη πιεστικού δοχείου, από όπου το νερό διοχετεύεται με πίεση σε όλα τα σημεία υδροληψίας του κτιρίου. Η διάταξη αυτή φυσικά ευνοείται και στην περίπτωση που διατίθεται πηγάδι (σχ. 11).

Σχ. 11. Διάταξη πιεστικού δοχείου

Τα στοιχεία που συνθέτουν ένα πιεστικό σύστημα, όπως φαίνεται και από το σχήμα είναι τα εξής:
1) Μία πηγή νερού που μπορεί να είναι μια δεξαμενή αποθήκευσης, ένα πηγάδι ή και το δίκτυο ύδρευσης, όταν δεν είχε επαρκή πίεση.
2) Ένα στεγανό δοχείο «το πιεστικό δοχείο» που μέσα του θα αναπτυχθεί πίεση με τη συνύπαρξη νερού και αέρα.
3) Μία ή δύο αντλίες (που η μία είναι εφεδρική) που θα απορροφά το νερό από την πηγή και θα το συμπιέζει στο πιεστικό δοχείο.
4) Συσκευή που θα τροφοδοτεί το πιεστικό δοχείο με καθαρό φιλτραρισμένο αέρα κάθε φορά που θα τον χρειάζεται.
5) Κατάλληλο σύστημα αυτοματισμού που να κάνει την εγκατάσταση να δουλεύει αυτόματα χωρίς την παρεμβολή του ανθρώπινου παράγοντα.

2.6 – 2.11: Συνεχίζεται – τα κεφάλαια ενημερώνονται παράλληλα με τη δημοσίευσή τους στο περιοδικό.