Η περιβαλλοντική διάσταση της διαχείρισης των δικτύων ύδρευσης

Της Σταυρούλας Τσιτσιφλή
Δρ. Χημικός Μηχανικός, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια,
Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Εισαγωγή
Σήμερα ο πλανήτης μας υφίσταται πολλές πιέσεις που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στους φυσικούς πόρους. Η αλληλεπίδραση νερού – ενέργειας – τροφίμων (Water – Energy – Food nexus) αποτελεί γεγονός, αφού η άρδευση και η κτηνοτροφία είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής νερού παγκόσμια (69% της παγκόσμιας απόληψης νερού), η βιομηχανία καταναλώνει το 19% και η οικιακή χρήση το 12% της παγκόσμιας απόληψης νερού (https://www.unwater.org/). To 80% της παγκόσμιας καλλιεργήσιμης γης απαιτεί νερό, ενώ το 75% των απολήψεων για βιομηχανική χρήση, χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας.
Σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών (https://www.unwater.org/), η αλυσίδα παραγωγής τροφίμων αντιπροσωπεύει το 30% της κατανάλωσης ενέργειας, ενώ το 90% της παγκόσμιας παραγωγής ενέργειας είναι έντασης νερού. Σύμφωνα με στοιχεία, η παγκόσμια ζήτηση ύδατος αναμένεται να αυξηθεί κατά 55% έως το 2050, ενώ περισσότερο από το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού αναμένεται να ζει σε περιοχές με έντονες υδατικές πιέσεις έως το 2050. Είναι γεγονός ότι χρειάζεται τυπικά 3.000 – 5.000 λίτρα νερού για την παραγωγή 1 κιλού ρυζιού, 2.000 λίτρα για 1 κιλό σόγιας, 900 λίτρα για 1 κιλό σίτου και 500 λίτρα για 1 κιλό πατάτας. Και είναι επίσης γεγονός ότι μέχρι το 2050 η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων θα πρέπει να αυξηθεί κατά 50% για να τροφοδοτήσει τα περισσότερα από 9 δισ. ανθρώπους που προβλέπεται να ζουν στον πλανήτη (https://www.unwater.org/).
Είναι γνωστό ότι απ’ όλο το νερό που υπάρχει στον πλανήτη (1.360 εκατομμύρια κυβικά χιλιόμετρα), μόνο το 1% είναι προσβάσιμο, αφού το υπόλοιπο βρίσκεται στους πάγους, στους ωκεανούς και τις θάλασσες. Παγκόσμια στοιχεία, δείχνουν ότι πάνω από 1,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε λεκάνες απορροής όπου η κατανάλωση νερού ξεπερνά την προσφορά. Καθώς ο πληθυσμός της γης αναμένεται να αυξηθεί και να φτάσει τα 10 δισεκατομμύρια κατοίκους το 2025, προβλέπεται ότι ένας στους τρεις κατοίκους αναμένεται να ζει σε καθεστώς λειψυδρίας ή να κινδυνεύσει άμεσα από αυτή.

Διαχείριση υδατικών πόρων
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για τη διαχείριση των Υδατικών Πόρων έχει εκδοθεί και εφαρμόζεται η Οδηγία Πλαίσιο 2000/60/ΕΚ, η οποία στοχεύει στην προστασία των εσωτερικών, επιφανειακών, των μεταβατικών, των παράκτιων και των υπογείων υδάτων την αποτροπή της περαιτέρω υποβάθμισης όλων των υδάτων και την επίτευξη μιας «καλής κατάστασης». Η διαχείριση των υδατικών πόρων γίνεται στο πλαίσιο της ενιαίας λεκάνης απορροής ποταμού. Η Οδηγία Πλαίσιο, ενσωματώνει την προστασία και τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων και σε άλλους τομείς της κοινοτικής πολιτικής, όπως η ενεργειακή πολιτική, η πολιτική μεταφορών, η γεωργική πολιτική, η αλιευτική πολιτική, η περιφερειακή πολιτική και η τουριστική πολιτική. Η συμμετοχή του κοινού θεωρείται βασικό στοιχείο της οδηγίας.
Στην Ελλάδα έχουν προσδιοριστεί 14 Υδατικά Διαμερίσματα, που αποτελούνται από 46 λεκάνες απορροής ποταμού (http://wfdver.ypeka.gr/el/home-gr/). Έχουν προσδιοριστεί 1.669 επιφανειακά υδάτινα σώματα και 564 υπόγεια υδατικά συστήματα. Κυρίαρχος χρήστης νερού είναι η γεωργία, αφού καταναλώνει το 81,5% της συνολικής κατανάλωσης νερού. Η οικιακή χρήση καταναλώνει το 15,3%, η βιομηχανική το 2,4% και η κτηνοτροφία το 0,8%.
Στην Ελλάδα έχουν καταρτιστεί τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) για τα 14 υδατικά διαμερίσματα της χώρας, στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας πλαίσιο 2000/60/ΕΚ. Τα αρχικά ΣΔΛΑΠ δημοσιεύθηκαν το 2014 ενώ το 2017 δημοσιεύθηκε η 1η αναθεώρησή τους (http://wfdver.ypeka.gr/el/home-gr/).
Στο πλαίσιο εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών και συγκεκριμένα της Οδηγίας 2007/60/ΕΚ για την αξιολόγηση και διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας, καταρτίστηκαν τα σχέδια διαχείρισης κινδύνων πλημμύρας για τα 14 υδατικά διαμερίσματα (https://floods.ypeka.gr/index.php).

Διαχείριση δικτύων ύδρευσης
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα δίκτυα ύδρευσης παγκόσμια, είναι οι απώλειες νερού. Το Μη Ανταποδοτικό Νερό, που είναι το νερό που δεν αποφέρει έσοδα στην εταιρεία ύδρευσης, ξεπερνά σε κάποιες περιπτώσεις το 50% της εισερχόμενης ποσότητας νερού σε ένα δίκτυο ύδρευσης. Οι επιπτώσεις του Μη Ανταποδοτικού Νερού είναι περιβαλλοντικές, αφού γίνεται υπερ-εκμετάλλευση των υδατικών πόρων, καταναλώνεται ενέργεια σε όλη την αλυσίδα παροχής νερού και παράγεται αυξημένο ανθρακικό αποτύπωμα λόγω της έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα και αερίων του θερμοκηπίου. Οι επιπτώσεις του Μη Ανταποδοτικού Νερού είναι και οικονομικές, αφού οι εταιρείες ύδρευσης χάνουν έσοδα ενώ δαπανούν μεγαλύτερα ποσά για την άντληση, μεταφορά, επεξεργασία, διανομή, κλπ. του νερού, το οποίο τελικά χάνεται λόγω των απωλειών.
Είναι επομένως σαφές ότι σε κάθε δίκτυο ύδρευσης υπάρχουν δύο χρήστες νερού: οι κάθε είδους καταναλωτές (οικιακοί, βιομηχανικοί, εμπορικοί, κλπ.) και το ίδιο το δίκτυο ύδρευσης (λόγω των απωλειών νερού). Επομένως, η διαχείριση των απωλειών νερού στα δίκτυα ύδρευσης αποτελεί έμμεση διαχείριση της ζήτησης και κατ’ επέκταση αποτελεί διαχείριση υδατικών πόρων. Σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει υπολογιστεί ότι μείωση του Μη Ανταποδοτικού Νερού κατά 1/3, θα οδηγήσει σε υδροδότηση επιπλέον 800 εκατομμυρίων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, η μείωση απωλειών νερού κατά 30% θα οδηγήσει σε μείωση της καταναλισκόμενης ενέργειας κατά 20-30%.
Για την ορθολογική διαχείριση των δικτύων ύδρευσης απαιτούνται μια σειρά από βήματα: καταρχάς, η αναγνώριση του δικτύου και η κατανόησή του με την χαρτογράφηση, την παρακολούθηση των κρίσιμων παραμέτρων, κλπ., στη συνέχεια η «διάγνωση» των προβλημάτων και η εύρεση των αιτιών τους. Και τέλος, η εφαρμογή μεθοδολογιών και τεχνικών για την αποκατάσταση του προβλήματος.
Για την διάγνωση των προβλημάτων ενός δικτύου ύδρευσης χρησιμοποιούνται το Υδατικό Ισοζύγιο και Δείκτες Αξιολόγησης. Το Διεθνές Πρότυπο Υδατικό Ισοζύγιο της International Water Association (IWA) είναι ένα εργαλείο ευρέως χρησιμοποιούμενο (Lambert et al., 1999). Με τη χρήση του υδατικού ισοζυγίου, καταγράφονται όλες οι ποσότητες νερού που εισέρχονται στο δίκτυο και καταναλώνονται σε διάφορες χρήσεις (τιμολογούμενες ή μη) και έτσι καταγράφεται και το Μη Ανταποδοτικό Νερό. Δύο τροποποιήσεις του Διεθνούς Υδατικού Ισοζυγίου έχουν προταθεί: Η πρώτη, αφορά τον χωρισμό του Ανταποδοτικού Νερού σε τρεις επιμέρους καταναλώσεις: μηδενική χρέωση, ανταποδοτικό νερό που πληρώνεται και χρέωση που δεν πληρώνεται (Σχήμα 1) (McKenzie et al., 2007). Η τροποποίηση αυτή προήλθε από την εφαρμογή του Υδατικού Ισοζυγίου στις αναπτυσσόμενες χώρες και συγκεκριμένα στην Νότια Αφρική, όπου και ανέδειξε το πρόβλημα της μετρούμενης τιμολογούμενης κατανάλωσης, η οποία όμως ποτέ δεν πληρώνεται. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας του Υδατικού Ισοζυγίου σε χώρες της Μεσογείου, έδειξε ότι υπάρχουν τοπικά χαρακτηριστικά και πολιτικές που δημιουργούν προβλήματα στον υπολογισμό του Υδατικού Ισοζυγίου (Kanakoudis and Tsitsifli, 2010).
Η εφαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής όπου το πάγιο δεν υπολογίζεται με τη χρήση οικονομικών δεδομένων, έχει σαν αποτέλεσμα μέρος των απωλειών νερού, να ανακτώνται. Κατά συνέπεια, το Μη Ανταποδοτικό Νερό που υπολογίζεται, είναι μικρότερο από το πραγματικό και αυτό το γεγονός αποτελεί μία δικαιολογία για τους διαχειριστές των συστημάτων παροχής νερού, οι οποίοι δεν λαμβάνουν κανένα μέτρο μείωσης του μη ανταποδοτικού νερού. Γι’ αυτό το 2010 προτάθηκε η 2η τροποποίηση του Υδατικού Ισοζυγίου της IWA, ενσωματώνοντας την 1η τροποποίηση των McKenzie et al. (Σχήμα 1). Έτσι το Υδατικό Ισοζύγιο της IWA από πλήρως ογκομετρικό, έγινε πλήρως οικονομικό. Η 2η τροποποίηση του Υδατικού Ισοζυγίου εισαγάγει την έννοια της Διαφοράς Παγίου, που ουσιαστικά αφορά σε απώλειες νερού των οποίων την αξία ανακτά η εταιρεία ύδρευσης.

Σχήμα 1: Το Υδατικό Ισοζύγιο της IWA (Lambert et al., 1999), η 1η τροποποίηση των McKenzie et al. (2007) και η 2η τροποποίηση (Kanakoudis & Tsitsifli, 2010)

Για την «διάγνωση» του προβλήματος, χρησιμοποιούνται δείκτες αξιολόγησης. Η IWA προτείνει 170 δείκτες αξιολόγησης, που για να υπολογιστούν βασίζονται σε 230 μεταβλητές (Alegre et al. 2016). Από το πλήθος των 170 δεικτών απόδοσης, ο χρήστης μπορεί να επιλέξει όσους δείκτες θέλει να υπολογίσει, ανάλογα με τα δεδομένα που έχει στη διάθεσή του και με τους δείκτες που τον ενδιαφέρουν. Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος WATERLOSS αναπτύχθηκαν 42 καινούριοι δείκτες απόδοσης, 11 προερχόμενοι από τους δείκτες της IWA, έχοντας όμως διαφορετικό παρανομαστή και 31 καινούριοι δείκτες (Kanakoudis et al., 2013). Αυτοί οι δείκτες, στοχεύουν στην αξιολόγηση και παρακολούθησης της απόδοσης του δικτύου με βάση τις απώλειες νερού, το μη ανταποδοτικό νερό, τις αιτίες που προκαλούν τις απώλειες, καθώς επίσης περιβαλλοντικά θέματα και θέματα που έχουν σχέση με τον καταναλωτή. Για τον υπολογισμό των 42 νέων δεικτών απόδοσης απαιτείται η μέτρηση τουλάχιστον 39 νέων μεταβλητών.

Αντιμετώπιση των απωλειών νερού
Οι απώλειες νερού στα δίκτυα ύδρευσης είναι φυσικές (πραγματικές) και εμπορικές (φαινόμενες). Οι πραγματικές απώλειες, αφορούν απώλειες νερού λόγω διαρροών και θραύσεων στους αγωγούς μεταφοράς, διανομής και στους αγωγούς σύνδεσης των καταναλωτών και απώλειες νερού λόγω υπερχειλίσεων των δεξαμενών. Οι φαινόμενες (εμπορικές) απώλειες αφορούν απώλειες νερού λόγω υπομέτρησης, κλοπής και σφαλμάτων στις μετρήσεις.

Σχήμα 2. Οι 4 πυλώνες για την αντιμετώπιση των πραγματικών απωλειών

Η αντιμετώπιση των πραγματικών (φυσικών) απωλειών βασίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: διαχείριση της πίεσης, ενεργός έλεγχος διαρροών, ταχύτητα και ποιότητα επισκευών και διαχείριση αγωγών και εξαρτημάτων του δικτύου (Σχήμα 2). Οι τρέχουσες πραγματικές απώλειες μπορούν τεχνικά να μειωθούν μέχρι κάποιο επίπεδο απωλειών, που ονομάζεται αναπόφευκτες πραγματικές απώλειες. Ωστόσο, η εφαρμογή μέτρων και τεχνικών για την μείωση των απωλειών, μπορεί να εμπεριέχει σημαντικό κόστος και έτσι υπάρχει ένα επίπεδο απωλειών, οι οικονομικά επιτεύξιμες απώλειες, όπου το κόστος για την μείωση των απωλειών ισούται με το όφελος από την εξοικονόμηση νερού. Το κόστος για την περαιτέρω μείωση των απωλειών ξεπερνά το όφελος της εξοικονόμησης.
Κύριος παράγοντας για την αντιμετώπιση των πραγματικών απωλειών, είναι ο χωρισμός του δικτύου ύδρευσης σε στεγανές ή υδραυλικά απομονωμένες υποζώνες (district metered areas – DMAs). Χωρίζοντας το σύστημα διανομής σε μικρότερες, πιο απλές στη διαχείριση και παρακολούθηση περιοχές, τα επίπεδα διαρροών μπορούν να ποσοτικοποιηθούν για κάθε υποζώνη και οι ενέργειες για τον έλεγχό τους να προσανατολιστούν προς εκείνες τις DMAs, οι οποίες εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα διαρροών (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015). Μέσω του ενεργού ελέγχου διαρροών, η εταιρεία ύδρευσης χρησιμοποιεί εξοπλισμό και άλλους πόρους, ώστε να ελέγχει ενεργά για διαρροές που δεν ήταν ανιχνεύσιμες.
Η πρώτη εφαρμογή του ενεργού ελέγχου διαρροών αναμένεται να έχει σημαντικά αποτελέσματα, αφού υπάρχουν διαρροές που θα εντοπιστούν εύκολα και γρήγορα. Ο ενεργός έλεγχος των διαρροών, αποτελεί μία από τις πλέον εφαρμόσιμες τεχνικές μείωσης των διαρροών και γενικότερα των απωλειών νερού στα δίκτυα παγκοσμίως. Η μεθοδολογία συνίσταται στον εντοπισμό, μέσω κατάλληλων συσκευών, του ήχου που γεννάται από τη ροή του νερού στο σημείο διαρροής. Με ακουστικές ηλεκτρονικές συσκευές, γίνεται ταυτόχρονα ο αποκλεισμός των υπόλοιπων ήχων του περιβάλλοντος, με σκοπό τον εντοπισμό της περιοχής της διαρροής, σαρώνοντας το δίκτυο (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015).
Η διαχείριση της πίεσης είναι μια από τις βασικότερες και αποδοτικότερες μεθόδους διαχείρισης των πραγματικών απωλειών στα δίκτυα ύδρευσης. Με την διαχείριση της πίεσης, μειώνεται η συχνότητα εμφάνισης νέων θραύσεων, μειώνεται ο ρυθμός παροχής των θραύσεων και των διαρροών βάσης (των διαρροών δηλαδή που δεν μπορούν να αποφευχθούν) και μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης νέων διαρροών, αφού οι διακυμάνσεις της πίεσης ομαλοποιούνται (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015).
Οι βαλβίδες μείωσης της πίεσης που χρησιμοποιούνται για την ρύθμιση της πίεσης, λειτουργούν είτε με βάση τον χρόνο (η πίεση στην έξοδο ορίζεται από τον διαχειριστή και μειώνεται σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας) ή με βάση την ζήτηση νερού (η πίεση στην έξοδο μειώνεται ανάλογα με τη ζήτηση για νερό που δέχεται το δίκτυο).
Ο τρίτος πυλώνας για την αντιμετώπιση των πραγματικών απωλειών, είναι η ταχύτητα και η ποιότητα των επισκευών. Η ταχύτητα των επισκευών αφορά στη μείωση της διάρκειας των διαρροών. Οι θραύσεις των αγωγών εντοπίζονται και επισκευάζονται εύκολα, λόγω του μεγάλου ρυθμού των απωλειών νερού, ενώ ο χρόνος συνειδητοποίησης των διαρροών είναι μεγάλος, με αποτέλεσμα ο συνολικός όγκος νερού που χάνεται να είναι τελικά μεγαλύτερος από αυτόν των θραύσεων (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015). Η ποιότητα των υλικών και των εργασιών, είναι οι δύο κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν τη διαχείριση των διαρροών. Εάν η ποιότητα των επισκευών δεν είναι επαρκής, υπάρχει σημαντική πιθανότητα να εκδηλωθούν ξανά διαρροές στα ίδια σημεία αλλά και, σε χειρότερες περιπτώσεις, να δημιουργηθούν νέες διαρροές (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015).
Τέλος, η διαχείριση των αγωγών και του πάγιου εξοπλισμού των δικτύων ύδρευσης, είναι ο τέταρτος πυλώνας αντιμετώπισης των πραγματικών απωλειών. Οι υπόγειοι αγωγοί αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες επενδύσεις για μια εταιρεία ύδρευσης και το κόστος συντήρησης και αντικατάστασης είναι συχνά απαγορευτικό, όχι μόνο λόγω των ίδιων των αγωγών, αλλά και των εκσκαφών και της αποκατάστασης σε πυκνές αστικές περιοχές. Σε πολλές εταιρείες ύδρευσης, η συντήρηση συχνά παραβλέπεται και απαιτείται επέμβαση μόνο όταν προκύψει μια έκτακτη κατάσταση. Παρόλα αυτά, κάθε πρόγραμμα διαχείρισης απωλειών πρέπει να περιλαμβάνει ειδικά προγράμματα συντήρησης (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015).
Η επιλογή της επισκευής ή της αντικατάστασης ενός αγωγού, βασίζεται κυρίως στον λόγο κόστους / οφέλους αλλά και σε παράγοντες όπως περιβαλλοντικοί προβληματισμοί, κατασκευαστικά προβλήματα, όχληση των κατοίκων, έκτακτοι κίνδυνοι, κλπ. (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015). Έχουν αναπτυχθεί μοντέλα υπολογισμού του βέλτιστου χρόνου αντικατάστασης ενός αγωγού (Kanakoudis & Tolikas, 2001), λαμβάνοντας υπόψη τον ρυθμό θραύσεων των αγωγών, όλα τα είδη κόστους, συμπεριλαμβανομένων τεχνικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού κόστους, του κόστους των απωλειών με βάση τον εναλλακτικό υδατικό πόρο και τα δεδομένα των γεγονότων αστοχιών των αγωγών.
Τα κύρια συστατικά στοιχεία των φαινόμενων απωλειών, είναι η υπομέτρηση, η κλοπή και η παράνομη χρήση, τα σφάλματα ανάγνωσης μετρητών και τα σφάλματα χειρισμού δεδομένων. Επομένως, για την αντιμετώπιση των φαινόμενων – εμπορικών απωλειών, αρκεί να αντιμετωπιστούν κάποια ή όλα από τα συστατικά τους στοιχεία (Σχήμα 3).


Η υπομέτρηση στους υδρομετρητές αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες των φαινόμενων απωλειών. Ορθές πρακτικές, όπως ορθή διαστασιολόγηση των μετρητών, μελέτη του προφίλ κατανάλωσης, έλεγχοι ακρίβειας μετρητών, αντικατάσταση μετρητών σε τακτά χρονικά διαστήματα (έχει βρεθεί ότι η περίοδος των 10 ετών αποτελεί κρίσιμο σημείο), χρήση έξυπνων μετρητών και μετρητών απομακρυσμένης ανάγνωσης, αποτελούν κάποια μέτρα αντιμετώπισης της υπομέτρησης. (Σχημα 3)
Η κλοπή νερού αποτελεί όχι μόνο οικονομικό, αλλά και κοινωνικό πρόβλημα και συναντάται όλο και περισσότερο παγκόσμια. Για την αντιμετώπισή της, απαιτείται κυρίως μία κοινωνική προσέγγιση με στόχο την αλλαγή της νοοτροπίας των καταναλωτών και την επιβολή προστίμων (Κανακούδης & Τσιτσιφλή, 2015). Μία εταιρεία ύδρευσης μπορεί να διερευνήσει την ύπαρξη κλοπής και παράνομης χρήσης νερού, π.χ. έλεγχος πυροσβεστικών κρουνών, έλεγχος δεδομένων τιμολόγησης, ώστε να βρεθούν καταναλωτές που παρουσιάζουν μηδενική κατανάλωση και στη συνέχεια να επαληθευτεί αυτό το γεγονός, κλπ. Σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται αναθεώρηση των κανονισμών της εταιρείας ύδρευσης. Ωστόσο, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ανακούφισης για τους καταναλωτές που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα (π.χ. κοινωνικό τιμολόγιο). Για την αντιμετώπιση των διαφόρων σφαλμάτων μεταφοράς και ανάλυσης δεδομένων, υπάρχουν τεχνικές όπως η αυτοματοποιημένη ανάγνωση μετρητών και γενικότερα η χρήση τεχνολογίας, με τις οποίες αυτά τα σφάλματα ελαχιστοποιούνται. Άλλωστε, δεν αποτελούν πολύ σημαντικό μέρος των φαινόμενων απωλειών στις περισσότερες περιπτώσεις.
Συμπεράσματα
Η διαχείριση των δικτύων ύδρευσης και η αντιμετώπιση των απωλειών νερού, αποτελούν βασικό στοιχείο της ορθής διαχείρισης των υδατικών πόρων. Καθώς οι απώλειες νερού στα δίκτυα ύδρευσης έχουν αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως υπερβολική χρήση νερού και υπερ-εκμετάλλευση, κατανάλωση ενέργειας και έκλυση αερίων του θερμοκηπίου, δράσεις εξοικονόμησης νερού και μείωσης των απωλειών έχουν σημαντικό θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.