H κρίση βλάπτει σοβαρά τον αέρα που αναπνέουν οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης

Τριετής έρευνα Εργαστηρίου του ΑΠΘ είναι αποκαλυπτική των επιπτώσεων που είχε η στροφή σε φτηνότερα μέσα θέρμανσης για λόγους οικονομίας

Τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην ποιότητα του αέρα της Θεσσαλονίκης, μέτρησαν οι αρμόδιοι του Εργαστηρίου Μετάδοσης Θερμότητας και Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο 6ο Περιβαλλοντικό Συνέδριο Μακεδονίας, που πραγματοποιήθηκε στις 6-8 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάστηκαν από τους επιστήμονες του εργαστηρίου Χ. Βλαχοκώστα, Λ. Χουρδάκη, Α. Μιχαηλίδου, Κ. Παγώνη και Ν. Μουσιόπουλο τα συμπεράσματα από τις μετρήσεις μιας τριετούς έρευνας πεδίου που διεξήγαγε το Εργαστήριο.
Στόχος της έρευνας ήταν η συλλογή και καταγραφή των συγκεντρώσεων των αιωρούμενων σωματιδίων ΡΜ2.5 (τα πολύ μικρά σωματίδια) στην Πυλαία και στην Άνω Πόλη. Από την έρευνα προέκυψαν συμπεράσματα για την επιβάρυνση της ποιότητας του αέρα κατά τη χειμερινή περίοδο, κυρίως λόγω της μαζικής στροφής του κόσμου στην καύση ξύλου και άλλων προϊόντων σε σχέση με τις κλασικές μεθόδους θέρμανσης.
Η συρρίκνωση των εισοδημάτων, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που διανύει η Ελλάδα και η αύξηση του φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, έχουν στρέψει τους καταναλωτές σε εναλλακτικές μορφές θέρμανσης, με σκοπό τη μείωση των εξόδων. «Η επιλογή αυτή των νοικοκυριών έχει άμεσο αντίκτυπο στο αέριο περιβάλλον. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την εκτεταμένη χρήση των τζακιών και άλλων ανοιχτών εστιών καύσης αμφιβόλου προδιαγραφών, είναι φαινόμενο το οποίο γίνεται εύκολα αντιληπτό από τη χαρακτηριστική δυσοσμία, τη μείωση της ορατότητας και τα φαινόμενα της αιθαλομίχλης.
Επίσης, απόρροια του ίδιου φαινομένου είναι η μείωση του προσδόκιμου ζωής, η αύξηση της θνησιμότητας λόγω των αναπνευστικών και καρδιακών προβλημάτων, με αποτέλεσμα τη μείωση του βιοτικού επίπεδο των κατοίκων της πόλης», αναφέρουν οι επιστήμονες στην εισήγησή τους.

Η στροφή στη θέρμανση
Εξηγούν, μάλιστα, ότι λόγω της ύφεσης και της αύξησης της τιμής καυσίμων, σημειώθηκε μείωση της χρήσης του αυτοκινήτου για μεταφορές.
Παράλληλα μείωση σημειώθηκε και στη κατανάλωση ενέργειας των νοικοκυριών. Το χειμώνα του 2011-2012 ήταν κατά 37% μικρότερη σε σχέση με το αναμενόμενο. «Ωστόσο η ανάγκη για θέρμανση οδήγησε τους κατοίκους στη καύση ξύλου, επίπλων και σκουπιδιών προκειμένου να αποφύγουν την αγορά πετρελαίου, με αποτέλεσμα η συγκέντρωση των αιωρούμενων σωματιδίων να παρουσιάζει μια σταθερή αυξητική τάση τα χρόνια της κρίσης. Για τους πολίτες προτεραιότητα είναι η κάλυψη των βασικών αναγκών, ενώ, αντίθετα, για την κυβέρνηση προτεραιότητα είναι η συλλογή φόρων με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους», σημειώνουν.
Οι επιστήμονες κατέγραψαν τα δεδομένα εκπομπών αερίων ρύπων ΡΜ2.5 στην Πυλαία για τα έτη 2012-2015, ενώ παρουσιάζουν και τα δεδομένα που μετρήθηκαν την ψυχρή περίοδο 2015-2016 στην Άνω Πόλη, δίνοντας μια γενικότερη εικόνα της επιβάρυνσης του αέρα της πόλης η οποία συνδέεται με την οικονομική ύφεση. Σύμφωνα με την έρευνα, «η Θεσσαλονίκη έχοντας πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους σε μια περιοχή 200 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας και έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις περισσότερο επιβαρυμένες πόλεις της Ευρώπης, όσον αφορά στη ρύπανση από μικροσωματίδια.
Οι ισχυρότεροι άνεμοι στη πόλη είναι Βορειοδυτικοί αλλά οι πιο συνηθισμένοι είναι Νοτιοδυτικοί. Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της πόλης και τις γύρω βιομηχανίες, είναι πιθανόν ότι οι ισχυροί ΒΔ άνεμοι μεταφέρουν τη ρύπανση από τις βιομηχανικές περιοχές μέσα στη πόλη, αντί να καθαρίζουν την ατμόσφαιρά της. Οι ΝΔ άνεμοι αντίστοιχα, μεταφέρουν σωματίδια και υγρασία από τη θάλασσα.

Πυλαία και Άνω Πόλη
Από το Μάιο του 2012, που άρχισαν οι μετρήσεις αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 στην περιοχή της Πυλαίας, παρατηρείται ότι κατά τη ψυχρή περίοδο σημειώνονται τα μέγιστα των συγκεντρώσεων.
Η πτώση της θερμοκρασίας οδηγεί στην ανάγκη για θέρμανση και στο άναμμα των τζακιών. Από τον Οκτώβριο αρχίζει να εμφανίζεται η αύξηση των συγκεντρώσεων, η οποία μεγιστοποιείται το Δεκέμβριο, ενώ εξίσου υψηλές διατηρούνται οι συγκεντρώσεις και το μήνα Ιανουάριο του εκάστοτε έτους. Η περιοχή της Πυλαίας εμφανίζει υψηλότερες συγκεντρώσεις κατά μηνιαίο μέσο όρο, το οποίο οφείλεται κατά κύριο λόγο στην μεταφορά σωματιδίων PM2.5, που προέρχονται από την έντονη κυκλοφορία οχημάτων στην περιφερειακή οδό, η οποία περιβάλει την περιοχή.
Αντίθετα, η περιοχή της Άνω Πόλης με τα στενά πλακόστρωτα δρομάκια, χαμηλής έως και μηδενικής κυκλοφορίας, λειτουργεί ως αστικό υπόβαθρο λόγω της απόστασης από το κέντρο της πόλης. Κατά τις δύο πρώτες ψυχρές περιόδους των μετρήσεων 2012-13 και 2013-14, η αλόγιστη καύση ξύλου εκτίναξε τις συγκεντρώσεις PM2.5, ενώ σταθεροποιήθηκε η κατάσταση το 2014 με μικρή βελτίωση το 2015. Στη μικρή βελτίωση των συνθηκών, αφενός συνέβαλλαν οι πιο ήπιοι χειμώνες του 2014 και του 2015 και αφετέρου η μείωση της τιμής του πετρελαίου με την κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης».
Μια ακόμη σημαντική επισήμανση είναι η διακύμανση των συγκεντρώσεων κατά τη διάρκεια της ημέρας, που ακολουθεί συγκεκριμένη κατανομή.Οι επιστήμονες παρατήρησαν δυο «κορυφές». «Μία τις πρωινές ώρες, που οφείλεται κυρίως στην αύξηση του κυκλοφοριακού φόρτου, και μία κατά τις βραδινές – μεταμεσονύκτιες που οφείλεται κατά το πλείστον στην κάλυψη των αναγκών θέρμανσης. Παρά το γεγονός της διαφορετικής δομής των δύο περιοχών, οι κατανομές ακολουθούν την ίδια τάση, γεγονός που προδίδει την ικανότητα μεταφοράς των σωματιδίων.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συγκέντρωση των σωματιδίων PM2.5 τις νυχτερινές ώρες του Δεκεμβρίου 2015 για την περιοχή της Άνω Πόλης: Ενώ ο μηνιαίος μέσος όρος είναι κατά 7,38 μg/κ.μ. χαμηλότερος σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2014 για την Πυλαία, οι τιμές των συγκεντρώσεων από τις 21:00 και μετά, παρουσιάζουν μεγαλύτερη αύξηση, αφενός λόγω της κοντινής απόστασης από το κέντρο της πόλης και αφετέρου από την πιο πυκνοκατοικημένη δομή της Άνω Πόλης. Επίσης, από τη σύγκριση των συγκεντρώσεων των χημικών συστατικών των ΡΜ2.5 κατά τις χειμερινές περιόδους του 2012 και 2013, προέκυψε ότι οι δείκτες καύσης πετρελαίου (νικέλιο και βανάδιο) ήταν μειωμένοι κατά 20-30% το 2013 λόγω μειωμένης χρήσης πετρελαίου θέρμανσης, αντίθετα, οι δείκτες καύσης βιομάζας ήταν 2-5 φορές υψηλότεροι. Οι συγκεντρώσεις των σωματιδίων, καθώς και η οξειδωτική τους δραστικότητα, παρουσίασαν υψηλότερες τιμές κατά τις βραδινές ώρες, όταν λειτουργούσαν τζάκια και ξυλόσομπες».
Οι επιστήμονες μάλιστα παρατηρούν ότι οι μέσες ημερήσιες συγκεντρώσεις παρουσιάζουν υψηλές τιμές ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, που πρακτικά η κίνηση στους δρόμους είναι ακόμα μικρότερη. «Ειδικά για τη μέρα της Κυριακής παρουσιάζονται οι μέγιστες τιμές τις εβδομάδας για το 2012 και το 2014 (Πυλαία) καθώς και οι μέγιστες συγκεντρώσεις για την περιοχή της Άνω Πόλης το 2015. Αιτία του φαινομένου αυτού είναι ότι εξαιτίας της παραμονής των κατοίκων στις οικίες τους, η ανάγκη για θέρμανση αυξάνεται, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση των τζακιών καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Γίνεται αντιληπτό ότι με τη μείωση της θερμοκρασίας, η ανάγκη για θέρμανση γίνεται επιτακτική. Το Δεκέμβριο παρατηρούνται οι μέγιστες συγκεντρώσεις, οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ τα θεσμοθετημένα όρια των 20 μg/κ.μ.», τονίζουν. Οι ίδιοι είναι σαφείς ως προς τη διαπίστωση ότι η διαμόρφωση της τιμής του πετρελαίου διαδραμάτισε καθοριστικό παράγοντα στην αύξηση των συγκεντρώσεων των αιωρούμενων σωματιδίων.