Έρευνα ΙΜΕ – ΓΣΕΒΕΕ: Σταθερή αλλά κρίσιμη η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας

«Μεγάλη η έκθεση των πολύ μικρών επιχειρήσεων στις επιπτώσεις της λιτότητας, τους κινδύνους υπερχρέωσης και την αβεβαιότητα της οικονομικής πολιτικής» είναι το βασικό συμπέρασμα της έρευνας του ΙΜΕ – ΓΣΕΒΕΕ που δημοσιοποιήθηκε στις 23 Μαρτίου 2017. Αναλυτικότερα στην έρευνα αναφέρεται: «H σχετική σταθεροποίηση που έχει επιτευχθεί στην οικονομία την περίοδο από το 2014 έως σήμερα εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό στοιχεία στασιμότητας, δεδομένου ότι ενσωματώνει τόσο κυκλικά όσο και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της κρίσης. Αυτό συμβαίνει διότι η πολιτική λιτότητας παραμένει στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής ως μηχανισμός «εξυγίανσης» ιδιωτικού και δημόσιου τομέα- παρά την αποτυχία των προηγούμενων ετών-, ενώ παράλληλα αποτρέπονται ή καθυστερούν επενδυτικές πρωτοβουλίες σε δυναμικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας, που δυνητικά θα απέδιδαν πολλαπλασιαστικά σε ένα διαφορετικό μακροοικονομικό περιβάλλον, περισσότερο φιλικό στην ανάπτυξη. Επιπρόσθετα, η αβεβαιότητα της συγκυρίας ως προς τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης επιτείνει τους φόβους και τους κινδύνους, οι οποίοι καθίστανται μεγαλύτεροι για τις ευάλωτες μικρές επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολούμενους.

Η πλήρης εφαρμογή του πρώτου πακέτου υφεσιακών μέτρων (αύξηση φόρων σε νησιά, αύξηση σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, αυξημένος φορολογικός συντελεστής κερδών) και η προσδοκία ψήφισης και εφαρμογής ενός δεύτερου επιμηκυνόμενου προγράμματος λιτότητας φαίνεται ότι επιδρά ανασταλτικά στις αναπτυξιακές προοπτικές, γεγονός που ήδη αποτυπώθηκε στην πρόσφατη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ για τη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας (δ’ τρίμηνο του 2016, -1,4% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2015). Αντίστοιχα, δεν αναμένονται θεαματικές μεταβολές στο πρώτο εξάμηνο του 2017, εκτός αν μεσολαβήσουν σημαντικές εξωγενείς κατά βάση, εξελίξεις στην οικονομία. Με τα υφιστάμενα δεδομένα, το σενάριο πρόβλεψης για αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 2,5% στο 2017 φαίνεται να μην είναι ρεαλιστικό.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα, μετά από 7 χρόνια μνημονίων, προσαρμόζεται στις προοπτικές επανάληψης ενός ακόμη κύκλου δημοσιονομικής προσαρμογής και λιτότητας, η οποία θα έχει ως ορίζοντα τα επόμενα 3-4 έτη. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιχειρηματική στρατηγική μετατρέπεται σε στρατηγική επιβίωσης, ακόμη και για εκείνες τις επιχειρήσεις που παρουσιάζουν δυναμισμό και διαθέτουν τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν περαιτέρω.

Μολονότι είναι σαφές ότι η έγκαιρη ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης θα συντελέσει στην εξομάλυνση του οικονομικού κλίματος-, τα οφέλη της δεν αναμένεται να διαχυθούν άμεσα στο σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας. Μάλιστα, πάνω από 4 στις 5 μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται εκτεθειμένες σε πιστωτικούς κινδύνους, παρουσιάζουν κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και λειτουργούν με ορίζοντα συρρίκνωσης και όχι επέκτασης. Ο οικονομικός δυϊσμός που διατρέχει το φάσμα της πραγματικής οικονομίας, έχει προκαλέσει έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις προς τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ εδραιώνει τις ευέλικτες μορφές εργασίας και τις άτυπες μορφές απασχόλησης και επαγγελματικής δραστηριότητας.
Η έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ καταδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η μειωμένη ρευστότητα, το επενδυτικό κενό και η ασθενική χρηματοδοτική ικανότητα αποτελούν κυρίαρχα προβλήματα για τις επιχειρήσεις, και συνυφαίνονται με το κενό της τελικής κατανάλωσης που προκλήθηκε από την άμεση ή έμμεση συρρίκνωση των εισοδημάτων και την απόσυρση του κράτους. Παράλληλα, παραμένει ανεπαρκής η ιδιωτική χρηματοδότηση και απουσιάζουν τα κατάλληλα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία, ενώ, περιορισμένες είναι οι δυνατότητες κινητοποίησης επενδυτικών ροών μέσα από δημόσια προγράμματα επενδύσεων.
Η ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελεί επίσης μια σημαντική παράμετρο για την επαναφορά του οικονομικού κλίματος σε θετική τροχιά. Τα κόκκινα δάνεια προς τις τράπεζες ανέρχονται στα 107,8 δις (ΤτΕ, Έκθεση Διοικητή 2016) ενώ το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία υπερβαίνει τα 120 δις. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επισπευστούν οι πρωτοβουλίες για την αποτελεσματικότερη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους (εξωδικαστικός μηχανισμός, κώδικας δεοντολογίας, επιτάχυνση απονομής δικαιοσύνης), χωρίς επιπρόσθετη γραφειοκρατία, πολύπλοκους μηχανισμούς και αποκλεισμούς επιχειρήσεων.

Αναφορικά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρ. Κεντρικής Τράπεζας, εκτιμάται ότι η υπαγωγή των ελληνικών ομολόγων θα αποτελέσει κυρίως ένα σήμα επαναφοράς του αξιόχρεου της οικονομίας, παρά μια ουσιαστική παρέμβαση που θα δώσει ώθηση στην πραγματική οικονομία και τις μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η μακροοικονομική βελτίωση της θέσης της χώρας αναπόφευκτα συνδέεται με την οριστική μεσοπρόθεσμη διευθέτηση του χρέους, την αλλαγή της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής και τον τερματισμό διαφόρων ακραίων σεναρίων για αποπομπή της χώρας από την ευρωζώνη.
Σε αυτό το διαπιστωτικό πλαίσιο επανέρχονται στην επικαιρότητα οι θέσεις διεθνών εμπειρογνωμόνων και οικονομικών αναλυτών που διατυπώθηκαν στο παρελθόν, - μάλιστα μερικοί εξ αυτών προέρχονται και από τους κόλπους των επίσημων πιστωτών της χώρας (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ευρωπαϊκά ινστιτούτα)-, οι οποίοι είχαν προειδοποιήσει τις πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και τις ελληνικές κυβερνήσεις για την ανάγκη ουσιαστικής αναδιάρθρωσης του χρέους πριν από την έναρξη εφαρμογής των προγραμμάτων προσαρμογής. Η ανάγκη αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους επαναδιατυπώθηκε στην 5η Ενδιάμεση Έκθεση που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής με τίτλο «Η παγίδα του χρέους», όπου επιχειρείται να αναλυθεί η αρνητική επίδραση που ασκεί η ανακύκλωση του χρέους στις προοπτικές μεγέθυνσης. Από την αρχή της κρίσης και της υπαγωγής στο μηχανισμό στήριξης, το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είχε αναφερθεί στην ανάγκη έγκαιρης ρύθμισης των δημοσιονομικών υποχρεώσεων σε μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο πριν την εφαρμογή του εμπροσθοβαρούς προγράμματος προσαρμογής, το οποίο ενώ επέβαλλε όρους δημοσιονομικής πειθαρχίας, τελικά εξουδετέρωσε κάθε επενδυτική προοπτική, ακυρώνοντας ορισμένες θετικές πτυχές του προγράμματος.

Το επόμενο διάστημα η κυβέρνηση καλείται να αναλάβει πρωτοβουλίες, στο περιορισμένο δημοσιονομικό και πολιτικό χώρο που διαθέτει ώστε α) να μειώσει μεσοπρόθεσμα τη φορολογική επιβάρυνση, ιδιαίτερα στις μικρές επιχειρήσεις β) να διορθώσει ορισμένες στρεβλές πτυχές του νέου ασφαλιστικού, ιδιαίτερα στα μεσαία εισοδηματικά κλιμάκια γ) να θέσει σε λειτουργία ένα αποτελεσματικό πλαίσιο διαχείρισης των κόκκινων δανείων και υποχρεώσεων δ) να αξιοποιήσει όλες τις χρηματοοικονομικές ευκαιρίες ώστε να προκαλέσει νέες επενδύσεις και θέσεις απασχόλησης.
Τα κυριότερα συμπεράσματα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που έγινε σε συνεργασία με την εταιρεία ΜARC ΑΕ σε πανελλαδικό δείγμα 1007 πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων (0-49 άτομα προσωπικό), στο διάστημα 8 έως 16 Φεβρουαρίου 2017 έχουν ως εξής:

A. ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ – ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ / ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

Η αποτίμηση του β΄ εξαμήνου του 2016 ακολουθεί με συνέπεια τα αντίστοιχα πορίσματα της αντίστοιχης έρευνας του προηγούμενου εξαμήνου. Μολονότι ο αρνητικός δείκτης τείνει προς χαμηλότερες τιμές, ο λόγος αρνητικών προς τις θετικές αποτιμήσεις είναι 9:1. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε μία επιχείρηση που βελτίωσε της θέση της το προηγούμενο εξάμηνο υπάρχουν 9 επιχειρήσεις για τις οποίες αυτή η θέση έχει επιδεινωθεί. Ο λόγος αυτός είναι ακόμα δυσμενέστερος για τους αυτοαπασχολούμενους (25:1) και για τις επιχειρήσεις του εμπορίου (10:1).

  1. Οι προσδοκίες σχετικά με την πορεία των επιχειρήσεων για το α΄ εξάμηνο του 2017 παραμένουν αρνητικές, αφού το 58,8% των επιχειρήσεων αναμένει επιδείνωση ενώ μόλις το 11% των επιχειρήσεων αναμένει βελτίωση. Ωστόσο, μεγαλύτερο βαθμό αισιοδοξίας παρουσιάζουν οι σχετικά νεώτερες σε ηλικία επιχειρήσεις καθώς και οι σχετικά μεγαλύτερες σε μέγεθος ως προς την απασχόληση.

  1. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος για τις ελληνικές μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις σε σύγκριση με τους αντίστοιχους δείκτες για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις χώρες του Βορρά και εκείνες του Νότου παρουσιάζει με τρόπο ανάγλυφο τα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, στα οποία κυμαίνεται.

Β. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ- ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ

Α. Κύκλος Εργασιών – Ιδιόμορφος Δυϊσμός

1) Κατά το β΄ εξάμηνο του 2016 ο κύκλος εργασιών παρουσίασε μείωση για περίπου 6 στις 10 επιχειρήσεις (59,8%), ενώ μόνο για το 13,4 % των επιχειρήσεων σημειώθηκε αύξηση στον κύκλο εργασιών. Τα επιμέρους στοιχεία αναδεικνύουν έναν ιδιόμορφο δυϊσμό ακόμα και στο εσωτερικό των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα, αύξηση στον κύκλο εργασιών παρουσίασε το 20,3% των νεώτερων σε ηλικία επιχειρήσεων και το 30,6% των μεγαλύτερων ως προς τον ετήσιο κύκλο εργασιών (πάνω από 300.000 ευρώ) επιχειρήσεων. Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι η τελευταία κατηγορία επιχειρήσεων αποτελεί μόλις το 12% περίπου του συνόλου των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Αντίθετα, για τις μισές περίπου επιχειρήσεις (49,1%) ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν ξεπερνά τις 50.000 ευρώ.

2) Για τις επιχειρήσεις που παρουσίασαν μείωση στον κύκλο εργασιών τους η μείωση αυτή ήταν κατά μέσο όρο 17,8%.

3) Σύμφωνα με τον δείκτη του κύκλου εργασιών που έχει διαμορφώσει το ΙΜΕ για το 2016 η τιμή αυτού του δείκτη ήταν 19,82 όταν το 2010 (έτος βάσης) η τιμή του ίδιου δείκτη ήταν 100. Ο δείκτης αυτός δείχνει σωρευτική απώλεια στον κύκλο εργασιών για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις 80 μονάδων. Μολονότι ο ρυθμός μείωσης του δείκτη φαίνεται ότι επιβραδύνεται, δεν θα ήταν υπερβολή εάν κάναμε λόγο για ένα είδος «οικονομικής εθνοκάθαρσης» στο εσωτερικό των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

4) Μείωση της ζήτησης και των παραγγελιών καταγράφεται για το 62,4% και 65,9% των επιχειρήσεων αντίστοιχα.

Β. Ρευστότητα

1) Ο δείκτης ρευστότητας εξακολουθεί να διατηρείται σε εμφανώς χαμηλά επίπεδα αφού για 7 στις 10 επιχειρήσεις (70,1%) η ρευστότητα μειώθηκε κατά το β΄ εξάμηνο του 2016.

2) Το πρόβλημα της ρευστότητας γα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις γίνεται εμφανέστερο εφόσον ληφθεί υπόψη ότι μόνο το 30% από αυτές αντλεί τη ρευστότητά του μέσω τραπεζικού δανεισμού. Σύμφωνα με έρευνα που εκπονήθηκε από το ΙΜΕ το 2008 το ποσοστό αυτό για την προ κρίσης περίοδο ήταν 48%. Αυτό σημαίνει ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που εξασφαλίζουν ρευστότητα μέσω του τραπεζικού δανεισμού μειώθηκαν κατά 50% περίπου.

Γ. Επενδύσεις

1) Η δραματική κατάσταση ως προς τη ρευστότητα επηρέασε αρνητικά και τον δείκτη της επενδυτικής δραστηριότητας κατά το β’ εξάμηνο του 2016 αφού μόνο το 7,7% των επιχειρήσεων αύξησε τις επενδυτικές τους δαπάνες, ενώ για πάνω από το ένα τρίτο των επιχειρήσεων (34,7%) σημειώθηκε αποεπένδυση.

2) Εξίσου απαισιόδοξες είναι και οι προοπτικές / προβλέψεις για το α΄ εξάμηνο του 2017 αφού μόλις το 3,6% των επιχειρήσεων θα αυξήσει τις επενδυτικές του δαπάνες, ενώ το 31,4% θα μειώσει τις επενδύσεις του. Η εικόνα είναι καλύτερη για τις σχετικά μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Έτσι, για τις επιχειρήσεις που σημείωσαν ετήσιο κύκλο εργασιών πάνω από 300.000 ευρώ το ποσοστό εκείνων που θα αυξήσουν την επενδυτική τους δαπάνη είναι 8,3% ενώ για τις επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 5 άτομα το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 10,5%.

3) Αυτή η απαισιόδοξη εικόνα ως προς τις προοπτικές των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, όπως αυτή αποτυπώνεται στους δείκτες της επενδυτικής δραστηριότητας δεν είναι άσχετη με τις προοπτικές κερδοφορίας αυτής της κατηγορίας των επιχειρήσεων αφού για τις μισές περίπου από αυτές τις επιχειρήσεις (ποσοστό 43,4%) το 2016 έκλεισε με ζημιές.

4) Ένα δεύτερο στοιχείο που υπογραμμίζει περαιτέρω το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο της επενδυτικής δραστηριότητας είναι και το σχετικά μικρό ποσοστό από τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (6,4%) που έχει υπαχθεί σε κάποιο πρόγραμμα χρηματοδότησης επιχειρήσεων, όπως το ΕΣΠΑ ή ο Αναπτυξιακός Νόμος.

Γ. ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ- ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

  1. Η συντριπτική πλειονότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (83,3%) διατήρησε σταθερό των αριθμό των απασχολουμένων σε αυτές. Για τις υπόλοιπες, ωστόσο, ο λόγος προσλήψεων- απολύσεων παρέμεινε αρνητικός – μολονότι η «ψαλίδα» φαίνεται να κλείνει – αφού κατά το β΄ εξάμηνο του 2016 για κάθε μία επιχείρηση που έκανε πρόσληψη υπήρξαν 2 επιχειρήσεις που έκαναν απολύσεις. Έτσι, μείωση προσωπικού ανέφερε το 9,2% των επιχειρήσεων (για τις επιχειρήσεις στον τομέα των υπηρεσιών το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 12,3%, στοιχείο που πιθανόν να σχετίζεται με την εποχικότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας) ενώ αύξηση ανέφερε το 4,6%. Σε απόλυτα μεγέθη, εκτιμάται ότι η απώλεια θέσεων μισθωτής απασχόλησης στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κατά το β΄ εξάμηνο του 2016 ανήλθε στις 23,000 (στην έρευνα Ιουλίου είχαν προβλεφθεί 22,500 απώλειες). Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα στατιστικά του ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ όπου το ισοζύγιο των ροών μισθωτής απασχόλησης για το 2ο εξάμηνο του 2016 σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2015 είναι αρνητικό κατά 25.000 θέσεις εργασίας περίπου.

  2. Οι προοπτικές για το α΄ εξάμηνο του 2017 ως προς το λόγο προσλήψεων – απολύσεων δείχνουν ότι σε δύο επιχειρήσεις που κάνουν προσλήψεις (8,1% των επιχειρήσεων) αντιστοιχούν τρεις επιχειρήσεις που προχωρούν σε απολύσεις. Για το επόμενο εξάμηνο σύμφωνα με την έρευνα αναμένονται 2.000 επιπλέον απώλειες θέσεων μισθωτής απασχόλησης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες από τα λουκέτα.

  3. Αλλά ακόμα και από αυτές τις επιχειρήσεις που θα προχωρήσουν σε προσλήψεις και αύξηση του προσωπικού κατά το α΄ εξάμηνο του 2017 το 40% περίπου θα προχωρήσει σε προσλήψεις είτε με το καθεστώς της μερικής απασχόλησης είτε με το καθεστώς του εξωτερικού συνεργάτη.

  4. Το καθεστώς των ευέλικτων μορφών απασχόλησης φαίνεται ότι έχει παγιωθεί στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αφού οι μισές σχεδόν από αυτές (ποσοστό 48,2 %) απασχολεί προσωπικό με ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Στο στοιχείο αυτό πρέπει να συνυπολογιστεί και το ότι 6 στις 10 επιχειρήσεις (ποσοστό 60,1%) απασχολούν συμβοηθούντα μέλη της οικογένειας. Έτσι σε αυτήν την παραδοσιακή μορφή ευελιξίας έρχονται να προστεθούν και νεώτερες μορφές.

  5. Το 37,2% των επιχειρήσεων προχώρησε κατά το β΄ εξάμηνο του 2016 σε μείωση ωρών ή και ημερών εργασίας (τον Φεβρουάριο του 2016 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 45,2%). Για το α΄ εξάμηνο του 2017 οι επιχειρήσεις που θεωρούν σχεδόν βέβαιο να προχωρήσουν σε μείωση ωρών εργασίας είναι 24,4%.

  6. Κατά το β΄ εξάμηνο του 2016 περίπου 3 στις 10 επιχειρήσεις (ποσοστό 31,8%) προχώρησαν σε μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους. Το ποσοστό αυτό είναι κατά τι χαμηλότερο σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο του 2016 (32,8%) αλλά υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό του Ιουλίου 2016 (28%). Το εύρημα αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι 4 στις 10 επιχειρήσεις περίπου (ποσοστό 39,3%) αντιμετώπισαν κατά το β΄ εξάμηνο του 2016 δυσκολίες στην καταβολή των μισθών του προσωπικού τους.

Δ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ- ΟΦΕΙΛΕΣ

  1. Το υψηλότερο ποσοστό των επιχειρήσεων που έχουν καθυστερημένες οφειλές συγκεντρώνεται σε εκείνες που έχουν χρέη προς τον ΟΑΕΕ και νυν ΕΦΚΑ (ποσοστό 26,7%). Μολονότι το ποσοστό αυτό εμφανίζεται μειωμένο σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2016 (28,3%), ο αριθμός των επιχειρήσεων με οφειλές και χρέη στο ασφαλιστικό ταμείο υπολογίζεται στις 300.000.

  2. Αυτό που εμφανίζεται ιδιαίτερα ανησυχητικό σε σχέση με τις οφειλές των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων είναι η αύξηση των επιχειρήσεων που έχουν οφειλές στην εφορία αφενός και στους προμηθευτές αφετέρου. Πιο συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις που έχουν οφειλές προς την εφορία αυξήθηκαν από 21,9% τον Ιούλιο του 2016 σε 23,8% τον Φεβρουάριο του 2017 (ρυθμός αύξησης 10% περίπου!). Το στοιχείο αυτό συμβαδίζει με το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Φεβρουαρίου του 2017, οι οποίες ανήλθαν στα 1,63 δις ευρώ. Μάλιστα, οι προοπτικές εμφανίζονται ακόμα πιο δυσμενείς αφού το ποσοστό των επιχειρήσεων που εκτιμά ότι δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στις οφειλές του προς την εφορία το 2017 ανέρχεται σε 33,2%, δηλαδή στο ένα τρίτο των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

  3. Εξίσου ανησυχητική είναι και η αύξηση των επιχειρήσεων που έχουν χρέη προς τους προμηθευτές τους αφού από 19% τον Ιούλιο του 2016 αυξήθηκαν σε 21,7% (ρυθμός αύξησης πάνω από 10%!)

  4. Η μείωση στον κύκλο εργασιών, η έλλειψη ρευστότητας, η χαμηλή κερδοφορία αλλά και η αύξηση των οφειλών κυρίως προς την εφορία παρουσιάζεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στο εύρημα το σχετικό με το ότι 9 στις 10 επιχειρήσεις θεωρούν ως σημαντικότερο εμπόδιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα την αυξημένη φορολογία (ποσοστό 45%) και τη μείωση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης (ποσοστό 41,5%).

  5. Οι στατιστικές προβολές του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ δείχνουν ότι έχει παγιωθεί ένα περιβάλλον υψηλής έκθεσης των επιχειρήσεων σε οφειλές προς το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Πάνω από 3 στις 10 επιχειρήσεις αναμένεται να μην ανταποκριθούν στις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις τους για το 2017. Αξίζει να σημειωθεί ότι 9,3% των επιχειρήσεων έχει ταυτόχρονα οφειλές σε δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία. Τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες πλέον προσεγγίζουν τα 220 δις, υπερβαίνουν κατά πολύ το ΑΕΠ της χώρας. Η νομοθετική παρέμβαση για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης ιδιωτικού χρέους αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά πρέπει να συμπεριλάβει όλες τις μορφές επιχειρήσεων και όλες τις οφειλές.

Ε. ΔΕΙΚΤΕΣ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ- ΛΟΥΚΕΤΑ

  1. Σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΜΗ κατά το χρονικό διάστημα Αύγουστος 2016 – Ιανουάριος 2017 διέκοψαν τη λειτουργία τους 18.410 επιχειρήσεις. Οι εκτιμήσεις του ΙΜΕ με βάση τα ευρήματα της έρευνας του Ιουλίου 2016 υπήρξαν για μία ακόμα φορά μετριοπαθείς καθώς η εκτίμηση ήταν για «κλείσιμο» 18.100 επιχειρήσεων.

  2. Για το επόμενο διάστημα 4 στις 10 επιχειρήσεις (ποσοστό 40,3%) θεωρεί αρκετά και πολύ πιθανό ότι θα κλείσει. Το αντίστοιχο ποσοστό είναι ιδιαίτερα υψηλό για τους αυτοαπασχολούμενους (57,4 %) μία ακόμα ένδειξη για περαιτέρω διεύρυνση της αδήλωτης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

  3. Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα βιωσιμότητας έρχεται στην επιφάνεια εάν υπολογίσουμε την ένταση με την οποία εμφανίζεται η προοπτική των «λουκέτων». Πιο συγκεκριμένα και με δεδομένο ότι το 10,1% από αυτούς που θεωρούν ότι θα κλείσουν το επόμενο διάστημα τοποθετεί αυτό το ενδεχόμενο στο επόμενο τρίμηνο, η εκτίμηση του ΙΜΕ είναι ότι το α΄ εξάμηνο του 2017 θα διακόψουν τη λειτουργία τους 18.700 επιχειρήσεις. Επιπρόσθετα, υπογραμμίζεται ότι τα «λουκέτα» θα συγκεντρωθούν σε επιχειρήσεις της Αττικής και στον κλάδο της μεταποίησης.

  4. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ τα πιθανά λουκέτα επιχειρήσεων, που βρίσκονται στο «κόκκινο» συνεπάγονται υψηλό κίνδυνο απώλειας 34,000 θέσεων συνολικής απασχόλησης (εργοδότες, αυτοαπασχολούμενοι, μισθωτοί).

ΣΤ. ΕΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ- ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ

  1. Σε σχέση με τις νέες ρυθμίσεις του ασφαλιστικού το 73,3% των επιχειρηματιών εκτιμά ότι θα καταβάλει λιγότερες εισφορές ενώ το 25,8% εκτιμά ότι θα καταβάλει υψηλότερες εισφορές. Το εύρημα αυτό είναι συμβατό και με το αντίστοιχο εύρημα, σύμφωνα με το οποίο περίπου το 76% των επιχειρηματιών δήλωσε ότι για το 2016 είχε ετήσια κέρδη μέχρι 20.000 ευρώ. Ας σημειωθεί ότι από αυτό το ποσοστό το 44,5% δήλωσε ότι έκλεισε τη χρήση του 2016 με ζημίες.

  2. Η κατανομή, πάντως, είτε της ελάφρυνσης – χαμηλότερες εισφορές – είτε της επιβάρυνσης – υψηλότερες εισφορές – δεν είναι ισομερής. Ειδικότερα, το ποσοστό αυτών που καταβάλουν υψηλότερες εισφορές κυμαίνεται από το 21,2% για τους αυτοαπασχολούμενους έως το 31,6% για τις επιχειρήσεις στον κλάδο του εμπορίου (χαμηλότερες εισφορές για το 77,6% και 65,8% αντίστοιχα).

Ζ. ΕΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ- ΕΜΠΟΡΙΟ & ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

  1. Από τον Ιούνιο του 2015 και μετά οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που έχουν υιοθετήσει το σύστημα των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχουν αυξηθεί θεαματικά. Πιο συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν e-banking αυξήθηκαν από τον Ιούλιο 2015 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2017 από 48,5% σε 66,8%. Παράλληλα και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι επιχειρήσεις που διαθέτουν μηχάνημα για συναλλαγές με πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες αυξήθηκαν από 28,1 % σε 52,4%.

  2. Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, ο αριθμός των διαθέσιμων τερματικών επανήλθε στα επίπεδα προ κρίσης (περίπου στα 410,000 τερματικά υπάρχουν σήμερα στην αγορά), καθώς διευρύνθηκε ο αριθμός των επιχειρήσεων που το χρησιμοποιούν, μετά από μια φάση δραματικής συρρίκνωσης (2010-2014) που οφειλόταν στο κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων αλλά και στον περιορισμό του αριθμού τους ανά επιχείρηση.

  3. Σημαντικό είναι και το εύρημα που αναφέρεται στο ποσοστό του κύκλου των εργασιών που διενεργείται μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ειδικότερα, στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις το ένα τρίτο του κύκλου των εργασιών τους (ποσοστό 33,22%) διενεργείται μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών.

  4. Ωστόσο, το τελευταίο εξάμηνο παρατηρείται ανάσχεση της αυξητικής τάσης των επιχειρήσεων που διαθέτουν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, καθώς το ποσοστό των επιχειρήσεων που διαθέτει e-banking ανήλθε μόλις στο 68,8% (από 66,4% τον Ιούλιο 2016) ενώ το ποσοστό εκείνων που διαθέτουν τερματικό POS ανήλθε στο 52,4% (από 49%). Οι παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την ανασχετική τάση σχετίζονται ασφαλώς με την έλλειψη ενός πλαισίου προστασίας της επιχείρησης από κατασχέσεις/ δεσμεύσεις λογαριασμών, η καθυστέρηση στην εφαρμογή του ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, το έλλειμμα στο θεσμικό πλαίσιο για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις πλατφόρμες συναλλαγών, το υψηλό διοικητικό κόστος από την εισαγωγή συστημάτων ηλεκτρονικής τιμολόγησης, τα αυξημένα κόστη τραπεζικών προμηθειών.

  5. Οι υψηλές χρεώσεις των τραπεζών δρουν ανασταλτικά ως προς την εγκατάσταση τερματικών μηχανών στην επιχείρηση. Πάνω από το 50% των επιχειρήσεων τιμολογείται για τη χρήση τερματικού με ποσοστό άνω του 1% επί του τζίρου, ενώ το 27% πληρώνει περισσότερο από 1,5% του τζίρου. Συνολικά, ο μέσος όρος συναλλαγών με τερματικό POS ανέρχεται στο 33% του συνολικού κύκλου εργασιών».

* Η έρευνα που παρουσιάζεται είναι η πρώτη για το 2017 που διεξάγει το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ σε συνεργασία με την εταιρία MARC AE σε εξαμηνιαία βάση από τον Μάιο του 2009. Έγινε σε πανελλαδικό δείγμα 1007 πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων (0-49 άτομα προσωπικό), στο διάστημα 08 έως 16 Φεβρουαρίου 2017 και έχει ως βασικό στόχο την αποτύπωση του οικονομικού κλίματος στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, στους κλάδους της μεταποίησης, του εμπορίου και των υπηρεσιών, που αποτελούν το 99,6% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Τα ευρήματα αυτής της έρευνας μπορούν να συγκριθούν με τα αντίστοιχα των προηγούμενων ερευνών (Μάιος 2009 – Ιούλιος 2016). Οι έρευνες αυτές αποτελούν το μοναδικό εργαλείο, σε πανελλαδικό επίπεδο, για την καταγραφή της κατάστασης και της πορείας του μεγαλύτερου τμήματος της πραγματικής οικονομίας στην Ελλάδα. Τα πρωτογενή δεδομένα οικονομικού και επιχειρηματικών προσδοκιών χρησιμοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων για την κατασκευή των δεικτών ευρωπαϊκού οικονομικού κλίματος και είναι συγκρίσιμα με τα στοιχεία άλλων χωρών της ΕΕ.
Όπως και στις προηγούμενες έρευνες, έτσι και τώρα, υπάρχει μια σαφής καταγραφή των τάσεων του οικονομικού κλίματος καθώς και η παρακολούθηση των βασικών δεικτών λειτουργίας των μικρών επιχειρήσεων κατά το 2ο εξάμηνο του 2016, ενώ παράλληλα επιχειρείται οικονομική πρόβλεψη για το 1ο εξάμηνο του 2017.

Δήλωση του προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ

«Η εξαμηνιαία έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ) αποτυπώνει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τη δεινή οικονομική θέση που βρίσκονται οι εναπομείνασες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μετά από 9 χρόνια βαθειάς ύφεσης. Οι καθυστερήσεις στο κλείσιμο της αξιολόγησης επιτείνουν την κατάσταση αυτή, με αποτέλεσμα 2 στις 5 μικρομεσαίες επιχειρήσεις να κινδυνεύουν να κλείσουν. Οι πωλήσεις βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση (-17,8%), με αποτέλεσμα πολλές μικρομεσαίες να καθυστερούν να καλύψουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις (10% αύξηση οφειλετών στις ΔΟΥ & προμηθευτές). Η έλλειψη ρευστότητας και κεφαλαίων οδηγεί σε ασφυξία (70,1%). Η επιβολή νέων δυσβάστακτων φόρων, είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εφορία. Κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι αν δεν αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία στην αγορά πολλές ακόμη επιχειρήσεις θα βάλουν λουκέτο και χιλιάδες ακόμη εργαζόμενοι θα οδηγηθούν στην ανεργία».